
Η Γιώτα εργαζόταν σε εκείνο τον όροφο με το παγωμένο κλιματιστικό.
Ήξερε να διαβάζει βλέμματα, όχι μόνο excel.
Από μικρή είχε μάθει να είναι “καλό κορίτσι”. Να μην υψώνει τη φωνή, να μην είναι εγωίστρια, μην ενοχλεί, να προσαρμόζεται.
Στην εταιρία την αγαπούσαν. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν.
Ήταν πάντα πρόθυμη, πάντα διαθέσιμη. Στα γενέθλια των συναδέλφων, έφερνε την τούρτα. Στις έκτακτες παρουσιάσεις, έμενε μέχρι αργά.
Κανείς δεν ρωτούσε πώς ήταν.
Ίσως γιατί εκείνη φρόντιζε να είναι πάντα “εντάξει'.
Ώσπου άρχισε να νιώθει ότι ξεφλουδίζεται. Όχι να αλλάζει – να ξεφλουδίζεται. Ότι κάτι μέσα της προσπαθούσε να ανασάνει, και τα παλιά δεν την άφηναν.
Ένα βράδυ μίλησε με την Άννα, μια φίλη που θαύμαζε, η οποία εργαζόταν σε άλλη πολυεθνική.
“ Πως τα καταφέρνεις και μιλάς χωρίς να φοβάσαι;” τη ρώτησε.
“ Δεν φοβάμαι λιγότερο” της απάντησε.
Απλώς κουράστηκα να φοβάμαι μόνη μου”
Η Γιώτα κατάλαβε τότε ότι δεν ήταν η μόνη.
Ότι πολλές γυναίκες φοβούνται μήπως φανούν “πολύ”.
Πολύ συναισθηματικές, πολύ δυναμικές, πολύ απαιτητικές.
Λίγο αργότερα, σε μια σύσκεψη, σήκωσε το χέρι της και είπε, “δεν προλαβαίνω”, χωρίς να προσθέσει “συγνώμη”.
Όταν συνάδελφός της πήρε τα εύσημα για μια ιδέα της, απάντησε ήρεμα:
“Χαίρομαι που σου άρεσε η πρότασή μου”.
Δεν έγινε άλλος άνθρωπος. Άρχισε απλώς να δηλώνει πιο καθαρά την παρουσία της.
Χρειάστηκαν μήνες. Κάποιες φορές ένιωσε μόνη.
Άλλες φορές βρήκε στήριξη σε άτομα που δεν περίμενε.
Σιγά σιγά άρχισαν να την ακούν διαφορετικά.
Κυρίως όμως, άρχισε η ίδια να ακούει διαφορετικά τον εαυτό της.
Η Γιώτα συνέχισε να κάθεται στο ίδιο γραφείο. Δεν έγινε ξαφνικά πιο δυνατή ούτε είχε ξεπεράσει τους φόβους της. Είχε αρχίσει όμως να αναγνωρίζει τις ικανότητές της και να ζητά αυτό που χρειαζόταν χωρίς να γίνεται κουβάρι για να χωρέσει.
Όταν κάποτε της είπαν : “ Έχεις αλλάξει “, χαμογέλασε.
“Ήμουν πάντα αυτή. Απλώς τώρα δεν χρειάζεται να ζητάω συγνώμη γι'αυτό”.